Πρωί-πρωί της Καθαρής Δευτέρας, οι Κουρήτες άνοιγαν με πάταγο τις πόρτες των σπιτιών κι έβγαιναν στα σοκάκια. Κακάσχημοι, άκουροι, γενειοφόροι, εξαγριωμένοι, ασυνάρτητοι, έγκαυλοι, βρώμικοι, φαγωμένοι και πιωμένοι μέχρι σκασμού, μετέτρεπαν το χωριό σε προχριστιανικό οικισμό. Έκαναν διαβολεμένο θόρυβο, ασήκωτο στ’ αυτιά των ανθρώπων. Βροντούσαν κούφιους γκαζοντενεκέδες και βρώμικα τεντζερέδια με ξύλινα λοστάρια, πυροβολούσαν στον αέρα, έριχναν τα κλαδιά των ευκαλύπτων, διέλυαν τους γλόμπους των στύλων με πέτρες, βροντοφώναζαν ακατάληπτες φράσεις, ούρλιαζαν σαν λυσσασμένα σκυλιά, έβριζαν ο ένας τον άλλον, τραγουδούσαν πρόστυχα τραγούδια.